Balance today

Έχει ΔΕΠ-Υ ή κάτι θέλει να «πει»;

By Alessandra Bratti
Listen to this article

Έχει ΔΕΠ-Υ Ή Κάτι Θέλει Να «Πει»;

Πριν αξιολογήσουμε βιαστικά τη συμπεριφορά ενός παιδιού, ας δούμε τη δική μας

Γράφει η Ανθή Ψωμιάδου

Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας,Behavioral Counselor, Life Coach

Την τελευταία πενταετία ακούω όλο και συχνότερα γονείς γύρω μου να λένε ότι το παιδί τους πάσχει από το σύνδρομο ΔΕΠ-Υ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα), διεθνώς γνωστό ως ADHD (Attention Deficit Hyperactivity Disorder). Η πληροφορία ότι ένα παιδί επισκέπτεται παιδοψυχολόγο είναι πια κάτι που δεν αποτελεί καμιά σπουδαία είδηση, δεν εκπλήσσει. Μάλιστα, η χρήση φαρμακευτικής αγωγής (σχετικής με ψυχικές καταστάσεις) από ανήλικους είναι κάτι που τείνει να γίνει μία εξίσου φυσική αναφορά σε συζητήσεις.

Κάποτε, όταν έλεγε κάποιος ότι ασχολείται με τη γιόγκα, ότι κάνει διαλογισμό ή ότι πηγαίνει σε ψυχολόγο, εισέπραττε βλέμματα και σχόλια σαν να ήταν ένας εξωγήινος που εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά σε κατοίκους της γης. Στην πορεία όμως, τα αυτιά εξοικειώθηκαν, η σχετική ενημέρωση έφτασε σε περισσότερους ανθρώπους, αυξήθηκε ο αριθμός εκείνων που κατανοούσαν στ’ αλήθεια το περιεχόμενο αυτών των συζητήσεων και τα θέματα αυτά αφομοιώθηκαν, ενσωματώθηκαν στη ζωή μας και πήραν τον δρόμο τους. Πάντα βέβαια υπήρχαν και εκείνοι που ασχολούνταν με αυτά χωρίς συνειδητοποίηση του τι τους προσέφεραν και λόγω του ότι δεν μπορούσαν να είναι “εκτός μόδας”, ενώ δεν ήταν λίγοι όσοι απλώς ενθουσιάζονταν με καθετί νέο και έσπευδαν να το δοκιμάσουν.

Ομοίως, το να έχει ένα παιδί τον ψυχολόγο του, να κάνει εργοθεραπεία ή να επισκέπτεται κάποιον ειδικό για να αντιμετωπίσει τη δυσλεξία, άλλοτε βασίζεται σε πραγματική αναγκαιότητα (και στην περίπτωση αυτή ορθώς φυσικά οι γονείς ακολουθούν πια τέτοιες διαδικασίες) και άλλοτε όχι. Έχω την αίσθηση ότι το ΔΕΠ-Υ έχει γίνει «in», είναι της μόδας… Αποτελεί συχνά μία εύκολη και γρήγορη ερμηνεία, χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση της κατάστασης και της συμπεριφοράς που εμφανίζει ένα παιδί.

Δεν ισχυρίζομαι ότι τα συμπτώματα αυτού του συνδρόμου είναι πάντοτε ανύπαρκτα και το σύνδρομο δεν υπάρχει. Αλλά είναι ξεκάθαρο ότι δεν είναι πάντοτε ΔΕΠ-Υ αυτό που συμβαίνει σε ένα παιδί με υπερκινητικότητα. Σε αρκετές περιπτώσεις, μια βιαστική ερμηνεία από δασκάλους ή νηπιαγωγούς, κάποιοι από τους οποίους δεν αντέχουν να διαχειρίζονται μια τάξη με μικρά παιδιά (για διάφορους προσωπικούς τους λόγους ή και λόγω έλλειψης προσωπικού και βοήθειας ενίοτε), συνοδευόμενη από παρότρυνση για συνομιλία με ειδικό, μπορεί να φέρει τα αντίθετα αποτελέσματα από τα επιθυμητά. Κάποια από τα συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ συχνά μοιάζουν με τη φυσιολογική συμπεριφορά ενός παιδιού που απλώς …είναι παιδί! Δε μπορείς να απαιτείς από ένα παιδί πέντε ετών να μείνει καρφωμένο σε μια καρέκλα για 3 ώρες, ακίνητο και άηχο. Έχω συναντήσει πολλούς ανθρώπους που θεωρούν ότι θα έπρεπε να το καταφέρνει (και μάλιστα συνέχεια!) και επειδή δεν το καταφέρνει, ο γονέας αναρωτιέται μήπως έχει ΔΕΠ-Υ.

Αναμφισβήτητα, η αύξηση του φαινομένου (του πραγματικού συνδρόμου ΔΕΠ-Υ) σχετίζεται και με την πολυπλοκότητα του σύγχρονου τρόπου ζωής, τις υψηλές ταχύτητες της καθημερινότητας, την πολύωρη ενασχόληση των γονέων με άλλα πράγματα (είτε από επιλογή είτε λόγω συνθηκών), τα δικά τους προσωπικά εσωτερικά “σκοτάδια” και την -σε πολλές περιπτώσεις- έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας με τα παιδιά. Σημαντικό ρόλο παίζει η ατμόσφαιρα που επικρατεί σε ένα σπιτικό. Σαφέστατα, ένα παιδί σε περιβάλλον με πλήρη ασυνεννοησία, μόνιμη ακανόνιστη καθημερινότητα και διαρκείς εντάσεις, κάπως θα εκφράσει τη δυσαρέσκειά του, θα δηλώσει την παρουσία του, θα «φωνάξει» για τη μη ικανοποίηση των αναγκών του, θα ζητήσει την προσοχή. Επίσης, ένα παιδί που αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει σχίσμα ανάμεσα στους γονείς (προσοχή, δεν εννοώ διαζύγιο. Εννοώ εχθρότητα ή πλήρη έλλειψη σύνδεσης μεταξύ τους, είτε είναι ακόμα ζευγάρι είτε όχι) κάπως θα εξωτερικεύσει την ανασφάλεια που αυτό τού δημιουργεί. Αυτά είναι μόνο μερικά από όσα μπορεί να ωθήσουν ένα παιδί σε έντονη συμπεριφορά.

Συμπτώματα της ΔΕΠ-Υ συναντώνται και σε ενήλικες. Τα αίτια – τόσο σε εκείνους όσο και σε παιδιά – ποικίλουν και πολλές φορές μοιάζουν με εκείνα άλλων παθήσεων ή ψυχικών καταστάσεων. 

Οφείλουμε, λοιπόν, να μην βιαζόμαστε και να μη συγχέουμε τα πράγματα, αλλά να ακολουθούμε όλες τις απαραίτητες διαδρομές και διαδικασίες για την εξακρίβωση του τι ακριβώς συμβαίνει σε κάθε περίπτωση.

Σύμφωνα με το Πανελλήνιο Σωματείο Ατόμων με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα, “Το σύνδρομο εμφανίζεται στο 5-7% του μαθητικού πληθυσμού. Τα χαρακτηριστικά (πυρηνικά) συμπτώματα της ΔΕΠΥ, δηλ. η διάσπαση προσοχής, η παρορμητικότητα και η υπερκινητικότητα, θεωρούνται τόσο κοινά στην παιδική ηλικία, που συχνά η διάγνωση παραβλέπεται, ενώ σε πολλές περιπτώσεις τα προβλήματα που η ίδια η ΔΕΠΥ προκαλεί στη συμπεριφορά, στην κοινωνική προσαρμογή ή στη σχολική απόδοση, αποδίδονται σε άλλες καταστάσεις που μπορεί να συνυπάρχουν. Έτσι, η ΔΕΠΥ παραμένει συχνά αδιάγνωστη ή εσφαλμένα διαγνωσμένη ενώ, ακόμη και όταν γίνεται η σωστή διάγνωση, δεν εφαρμόζεται πάντοτε ένα ολοκληρωμένο μοντέλο συνδυασμού θεραπευτικών προσεγγίσεων που απαιτεί η αντιμετώπιση της”.

Σε αυτό το «ή εσφαλμένα διαγνωσμένη» αξίζει να σταθούμε για λίγο και να τονίσουμε ότι όσο οδυνηρή μπορεί να αποβεί η μη διάγνωση της ΔΕΠ-Υ, άλλο τόσο επίπονη μπορεί να είναι και η εσφαλμένα διαγνωσμένη ΔΕΠ-Υ, ειδικά όταν υπάρχουν παιδοψυχολόγοι στις μέρες μας που συνταγογραφούν φάρμακα τέτοιου είδους πολύ εύκολα. Δεν αναφέρομαι φυσικά στο σύνολο του κλάδου αλλά σε μεμονωμένες περιπτώσεις.

Ενδέχεται το παιδί να μην έχει ΔΕΠ-Υ αλλά απλώς να θέλει κάτι να «πει»! Γι’ αυτό, θα ήταν πιο ώριμο εκ μέρους των γονέων να παρατηρούν τη συμπεριφορά των παιδιών τους (και κυρίως του εαυτού τους), να μη βιάζονται να τα χαρακτηρίσουν με έναν συγκεκριμένο τρόπο, να εξετάζουν όσα παρατηρούν και να διερωτώνται πρώτα από όλα αν συντρέχουν άλλοι λόγοι που προκαλούν μια έντονη παιδική συμπεριφορά.

Για να το κάνουν αυτό, ας «δουν» αρχικά τη δική τους δράση.

  • Υπάρχει στο σπιτικό μια βατή ροή στην καθημερινότητα, με έναν γενικά σταθερό προγραμματισμό που να δημιουργεί στο παιδί αίσθημα ασφάλειας;
  • Παίζουμε με το παιδί μας;
  • Όταν παίζουμε με το παιδί, είμαστε «εκεί» ή ταυτόχρονα απαντάμε σε τηλέφωνα, στέλνουμε μηνύματα, μετράμε τα like που είχαμε στο facebook κάθε λίγο;
  • Μήπως ισχύει το άκρως αντίθετο και ενώ το παιδί έχει φτάσει σε ηλικία που χρειάζεται να σέβεται ότι συγκεκριμένες ώρες ο γονέας κάνει κάτι άλλο, εμείς δεν το έχουμε βοηθήσει να το αντιληφθεί, αδυνατώντας να οριοθετήσουμε, λόγω ακραίας υπερπροστατευτικότητας και τάσης για “αιώνιο κανάκεμα”;
  • Όταν το παιδί μας μάς απευθύνεται, το κοιτάζουμε σταθερά και κατάματα για να εισπράξει ότι θεωρούμε σημαντικό αυτό που έχει να εκφράσει;
  • Πόσες ώρες την ημέρα τού κρατά συντροφιά κάποια οθόνη;
  • Μήπως μιλάμε για το παιδί εν τη παρουσία του σαν να απουσιάζει και αναφερόμαστε σε πράγματα που νομίζουμε ότι δεν το επηρεάζουν;
  • Εμείς, πόσο υπερκινητικά και με ελλειμματική προσοχή λειτουργούμε;

Αφού εξετάσουμε όλα αυτά και διαπιστώσουμε ποια δική μας συμπεριφορά χρειάζεται να μετασχηματισουμε, ας προσπαθήσουμε να την αλλάξουμε και αν το φαινόμενο συνεχιστεί ή αν θέλουμε να βεβαιωθούμε διότι κρίνουμε ως πολύ έντονη τη συμπεριφορά, τότε μπορούμε να απευθυνθούμε σε ένα ειδικό κέντρο ώστε να αξιολογηθεί η κατάσταση του παιδιού μέσω των κατάλληλων τεστ που υπάρχουν. Έπειτα, αν πράγματι διαγνωστεί με ΔΕΠ-Υ ή θέλουμε την υποστήριξη ενός ειδικού για να ισορροπήσουμε τα πράγματα ανεξαρτήτως ΔΕΠ-Υ, ένας συνδυασμός επισκέψεων σε παιδοψυχολόγο και δικής μας προσπάθειας για δόμηση καλύτερης επαφής με τον εαυτό μας και με το παιδί, θα είναι ο δρόμος για την αποτελεσματική διαχείριση της κατάστασης. Όλα αυτά είναι πολύ διαφορετικά από μία επιφανειακή, εύκολη, βιαστική “διάγνωση” που βασίζεται μόνο στο γεγονός ότι ένα παιδί δεν κάθεται συνέχεια ακίνητο, μιλάει έντονα, είναι παρορμητικό, κ.ά.

 

Όπως είπε και ο πρόγονός μας, ο Ηρόδοτος: «Το να βιάζουμε τα πράγματα, οδηγεί σε σφάλματα». Μια ψύχραιμη εξέταση των καταστάσεων, με παρατήρηση και συνειδητοποίηση όσων συμβαίνουν και όσων πράττουμε σε κάθε στάδιο, θα δώσει «χώρο» στην κατάλληλη κίνηση που πρέπει να κάνουμε να αναδυθεί την κατάλληλη στιγμή.