Balance today

Χασιμότο & Διαταραχές του Σωματικού Βάρους

By Alessandra Bratti
Listen to this article

Χασιμότο & Διαταραχές Του Σωματικού Βάρους

Χασιμότο & Διαταραχές του Σωματικού Βάρους

Γιατί οι ασθενείς που πάσχουν από θυρεοειδίτιδα Χασιμότο δεν μπορούν να ελέγξουν το σωματικό τους βάρος

Το κυρίαρχο πρόβλημα στου ασθενείς με νόσο του Χασιμότο είναι η αδυναμία ρύθμισης του σωματικούς τους βάρος σε φυσιολογικά επίπεδα, παρά τις ειλικρινείς τους προσπάθειες.

Εξειδικευμένες εξετάσεις εντοπίζουν τις ελλείψεις και τις μεταβολικές διαταραχές που συνδέονται με τη δυσκολία των ασθενών με θυρεοειδίτιδα Χασιμότο να ρυθμίσουν το βάρος τους. 

Η νόσος του Χασιμότο είναι μια διαταραχή με σημαντικό μεταβολικό υπόβαθρο. Η αντίσταση στην ινσουλίνη, είναι μια από τις κεντρικές μεταβολικές διαταραχές που οδηγούν στην αύξηση του σωματικού βάρους σε αυτή την ομάδα ασθενών[1][2][3].

Πρόκειται για ένα νόσημα που εκδηλώνεται ωστόσο, λόγω της ταυτόχρονης παρουσίας πολλαπλών διαταραχών, που επίσης συνδέονται με την δυσχέρεια διαχείρισης του σωματικού βάρους[4][5][6][7][8]

  • Αντίσταση στην ινσουλίνη 
  • Διαταραχή της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος (αυτοανοσία, ευπάθεια σε λοιμώξεις) 
  • Έλλειψη βιταμίνης D 
  • Έλλειψη μικροθρεπτικών συστατικών (μεταλλικά στοιχεία, βιταμίνες, λιπαρά οξέα, αντιοξειδωτικά) 
  • Ορμονική απορρύθμιση 
  • Διαταραχή του μικροβιώματος 
  • Χρόνια φλεγμονή 
  • Μπλοκάρισμα του μεταβολισμού (παραγωγή ενέργειας) 
  • Διαταραχή του μεταβολισμού των λιπιδίων

Οι παραπάνω παράγοντες, επηρεάζουν αρνητικά τη λειτουργία του θυρεοειδή και του οργανισμού συνολικά. Επιδρώντας για μεγάλα χρονικά διαστήματα, αλλοιώνουν τη σύσταση και τη μορφολογία των κυττάρων του θυρεοειδούς και οδηγούν σε αύξηση του σωματικού βάρους.

Αντίσταση στην Ινσουλίνη & Δυσχέρεια Ελέγχου του Σωματικού Βάρους

Πολύ πριν την εκδήλωση υποθυρεοειδισμού, η αντίσταση στην ινσουλίνη οδηγεί σε διαταραχή του μεταβολισμού και στη συσσώρευση σπλαχνικού λίπους στην κοιλιακή χώρα.

Η ινσουλίνη είναι μια από τις σημαντικότερες ορμόνες στο ανθρώπινο σώμα. Ένας από τους βασικούς ρόλους της, είναι να ρίχνει τα επίπεδα του σακχάρου (γλυκόζης) στο αίμα. Παράλληλα ελέγχει τις καύσεις, ελέγχει τα αποθέματα ενέργειας στο σώμα και ρυθμίζει το αίσθημα του κορεσμού και της πείνας.

Μέσω της ρύθμισης των καύσεων και των αποθεμάτων ενέργειας στο σώμα,  η ινσουλίνη επηρεάζει όλο σχεδόν το ενδοκρινικό σύστημα. Διαταραχές στη λειτουργία της, απορυθμίζουν το ορμονικό σύστημα και έχουν αρνητική επίδραση στον θυρεοειδή αδένα και σε όλο τον οργανισμό.

Αυξημένα επίπεδα ινσουλίνης, «κλειδώνουν» και εμποδίζουν την καύση του λίπους και ενισχύουν το αίσθημα της πείνας. Τα άτομα με αντίσταση στην ινσουλίνη και νόσο του Χασιμότο, τελικά αισθάνονται ότι δεν μπορούν να χορτάσουν και πεινάνε διαρκώς.

Παράλληλα, η αδυναμία του οργανισμού να μεταβολίσει το λίπος, μειώνει τα επίπεδα ενέργειας και οι ασθενείς καταλήγουν να αισθάνονται την ανάγκη να φάνε ώστε να αποκτήσουν ενέργεια. Δυστυχώς το μόνο που συμβαίνει τελικά, είναι να επιδεινώνουν περαιτέρω τη μεταβολική και την ορμονική τους λειτουργία. Το σώμα τους καταλήγει να αποθηκεύει συνεχώς λίπος, χωρίς να μπορεί να το κάψει.  

Επιπλέον διαταραχές και ελλείψεις, που συνδέονται με τη νόσο και αφορούν στη βιταμίνη D, στο εντερικό μικροβίωμα, στον ψευδάργυρο, στο μαγνήσιο, στο χρώμιο και στο σελήνιο, μαζί με την ύπαρξη χρόνιας φλεγμονής, επιδεινώνουν περαιτέρω τη μεταβολική κατάσταση και δυσχεραίνουν τον έλεγχο του σωματικού βάρους.

Έτσι συχνά άτομα που έχουν ρυθμίσει τον υποθυρεοειδισμό με τη χρήση φαρμακευτικής αγωγής, δεν καταφέρνουν, παρά τις ειλικρινείς προσπάθειες, να αποκαταστήσουν το φυσιολογικό σωματικό τους βάρος.  

Η λήψη φαρμακευτικής αγωγής για τη βελτίωση των επιπέδων των θυρεοειδικών ορμονών είναι απαραίτητο κομμάτι της αντιμετώπισης, ωστόσο δεν είναι αρκεί από μόνη της ώστε να επιτευχθεί πλήρης ρύθμιση της νόσου.

Είναι ιδιαίτερα συχνό σε ασθενείς με Χασιμότο, τα αποτελέσματα των εξετάσεων που αφορούν τη θυρεοειδική λειτουργία να κυμαίνονται εντός των φυσιολογικών ορίων, ωστόσο οι ίδιοι να μην αισθάνονται καλά. Αδυνατούν να ρυθμίσουν το σωματικό τους βάρος σε φυσιολογικά επίπεδα, παρά τις ειλικρινείς προσπάθειες με τη διατροφή τους, ενώ επιπρόσθετα έχουν εναλλαγές στη διάθεση, διαταραχές στη λειτουργία του γαστρεντερικού, ευπάθεια στις λοιμώξεις και χαμηλά επίπεδα ενέργειας.

Ένα άτομο μπορεί να έχει δηλαδή, φυσιολογικά επίπεδα των θυρεοειδικών ορμονών και της TSH, εκδηλώνοντας ωστόσο την πλειοψηφία των παραπάνω συμπτωμάτων.

Η εξωγενής χορήγηση ορμονών, είναι ένα ζωτικό εργαλείο που μπορεί να βελτιώσει την κλινική εικόνα και την ποιότητα ζωής του ασθενούς. Ωστόσο, η προσαρμογή που γίνεται στη φαρμακευτική αγωγή 2-3 φορές κατά τη διάρκεια του έτους, δεν μπορεί να προσομοιάσει τη συνεχή και ακριβή ρύθμιση που κάνει το ανθρώπινο σώμα, με αποκρίσεις που γίνονται σε χρονικό διάστημα δευτερολέπτων.

Ακόμη και όταν ο αδένας υπολειτουργεί έως και κατά 80%, αυτό το ποσοστό μπορεί να καλυφθεί μέσα από ορμονική υποκατάσταση, χωρίς να επηρεάσει αρνητικά την ποιότητας ζωής του ασθενούς. Η υπολειπόμενη κατά 20% λειτουργία του αδένα, μπορεί να καλύψει κατά σημαντικό ποσοστό συνήθεις προσαρμογές του μεταβολισμού στις ανάγκες της καθημερινότητας, επιτρέποντας μια πολύ καλή ποιότητα ζωής.

Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να διατηρηθεί οποιαδήποτε υπολειπόμενη λειτουργία του αδένα, που να επιτρέπει στον οργανισμό να προσαρμόζεται μεταβολικά σε αυτές τις αλλαγές.

Η ιατρική παρακολούθηση των ασθενών με θυρεοειδίτιδα Χασιμότο πρέπει να συνδυάζει τόσο τη ρύθμιση των θυρεοειδικών ορμονών με τη χορήγηση φαρμακευτικής αγωγή όσο και τον εντοπισμό και τη διόρθωση των ελλείψεων και των μεταβολικών διαταραχών που οδήγησαν στην ανάπτυξη της και επιδεινώνουν την πορεία της, εφόσον δεν αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά.

Το παραπάνω ισχύει για όλα τα αυτοάνοσα νοσήματα, αλλά για τη νόσο του Χασιμότο έχει ιδιαίτερη σημασία. Είναι απαραίτητο να εντοπιστούν και να διορθωθούν οι ελλείψεις και οι μεταβολικές διαταραχές που συνδέονται με την ανάπτυξη της νόσου και επηρεάζουν το βάρος, τη διάθεση, τα επίπεδα ενέργειας, τη λειτουργία του γαστρεντερικού και του ανοσοποιητικού συστήματος.   

Ειδικές Εξετάσεις Καθορίζουν την Αντιμετώπιση της Θυρεοειδίτιδας Χασιμότο

Ο εντοπισμός και η αντιμετώπιση των μεταβολικών διαταραχών, μπορεί να γίνει μόνο με τη διενέργεια ειδικών εξετάσεων που αναλύουν μικρά μόρια στο αίμα. Ανιχνεύονται μεταβολικές διαταραχές που συνδέονται με την πορεία και την εκδήλωση της θυρεοειδίτιδας Χασιμότο. Η μεταβολική κατάσταση ενός ατόμου είναι ο κύριος παράγοντας κινδύνου εκδήλωσης της νόσου.

Οι συγκεκριμένες εξετάσεις ονομάζονται μεταβολομικές αναλύσεις. Μετράνε πολύ μικρά μόρια που συμμετέχουν στις χημικές αντιδράσεις του οργανισμού. Το πλεονέκτημά τους είναι ότι καταγράφουν τις ακριβείς ελλείψεις και μεταβολικές διαταραχές, καθιστώντας έτσι αποτελεσματική την αντιμετώπιση και πρόληψη αυτοάνοσων και χρόνιων νοσημάτων.

Δείκτες που Ανιχνεύονται μέσω της Εξέτασης Metabolomic Analysis®

Οι μεταβολομικές αναλύσεις εντοπίζουν μεταβολικές διαταραχές που προωθούν την ανάπτυξη και την εκδήλωση της νόσου Hashimoto και αφορούν:

Σε ελλείψεις μικροθρεπτικών συστατικών: ελλείψεις σε βιταμίνη D, βιταμίνη C, σελήνιο, ψευδάργυρο, αντιοξειδωτικά και ωμέγα-3 συνδέονται με επιδείνωση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος, της εμφάνισης φλεγμονής και της κατάστασης της υγείας ασθενών με Hashimoto[9,10].

Στην παραγωγή ενέργειας στα μιτοχόνδρια (οργανίδια όπου παράγεται ενέργεια στα κύτταρα): η μιτοχονδριακή δυσλειτουργία συνδέεται με κακή λειτουργία του θυρεοειδή αδένα και ανάπτυξη της νόσου του Χασιμότο. Η μειωμένη απόδοση των μιτοχονδρίων, οδηγεί το θυρεοειδή σε υπερ-λειτουργία και σταδιακή έκπτωση της λειτουργίας του[11,13].

Σε δυσχέρεια στο μεταβολισμό των απλών ζαχάρων: κατανάλωση απλών ζαχάρων μεγαλύτερη από αυτή που μπορεί να μεταβολίσει ο κάθε οργανισμός, πυροδοτεί φλεγμονές και είναι σημαντικός δείκτης για την πορεία της νόσου[14].

Στην αντίσταση στην ινσουλίνη: η ινσουλίνη λειτουργεί ως κατασταλτικός παράγοντας στη λειτουργία του θυρεοειδή αδένα. Αυξημένα επίπεδα ινσουλίνης διαταράσσουν επίσης τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος, επιδεινώνουν την αυτοανοσία και επιταχύνουν την καταστροφή του αδένα[14,15].

Στο μεταβολισμό των νευροδιαβιβαστών: ουσίες όπως η ντοπαμίνη, η σεροτονίνη και η αδρεναλίνη μεταβιβάζουν μηνύματα μεταξύ των κυττάρων και ρυθμίζουν τη λειτουργία του νευρικού και ορμονικού συστήματος. Οι μεταβολομικές αναλύσεις παρέχουν ακριβή εικόνα για την έκκριση των συγκεκριμένων νευροδιαβιβαστών[16-18].

Στο μεταβολισμό των λιπαρών οξέων: η σχέση μεταξύ ωμέγα-3 και ωμέγα-6 λιπαρών είναι σημαντικός δείκτης για την ικανότητα του οργανισμού να διαχειρίζεται τις φλεγμονές, ενώ παράλληλα παίζουν κεντρικό ρόλο στην ρύθμιση της φυσιολογικής απόκρισης του ανοσοποιητικού συστήματος[17].

Στην κατάσταση της μικροβιακής χλωρίδας του οργανισμού: αλλοίωση του μικροβιώματος συνδέεται με επιδείνωση της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος και της ικανότητας του να ξεχωρίζει μεταξύ των δικών του ιστών και εξωγενών στοιχείων, όπως παθογόνα μικρόβια και ιοί[19].

Η σύγχρονη αντιμετώπιση της νόσου του Χασιμότο επικεντρώνεται στην αποκατάσταση των παραπάνω διαταραχών, με τον εντοπισμό και τη διόρθωση των ελλείψεων και των μεταβολικών διαταραχών που οδήγησαν στην ανάπτυξη της νόσου, ώστε να διατηρηθεί η βέλτιστη μεταβολική κατάσταση του οργανισμού[18,20-22].

Με βάση την κλινική μας εμπειρία στους ασθενείς με νόσο του Χασιμότο, ιατρικές παρεμβάσεις σύμφωνα με τα αποτελέσματα των μεταβολομικών αναλύσεων επιφέρουν: 

  • Βελτίωση της πορείας της νόσου, με αναχαίτιση της περαιτέρω καταστροφής του θυρεοειδή αδένα.
  • Διατήρηση και ενίσχυση της εναπομείνασας λειτουργίας του θυροειδή αδένα, η οποία επιτρέπει στον οργανισμό να προσαρμόζεται μεταβολικά στις συνεχείς αλλαγές που απαιτούνται από τις ανάγκες της καθημερινότητας, επιτρέποντας μια πολύ καλή ποιότητα ζωής.
  • Σταδιακή μείωση των επιπέδων των αυτο-αντισωμάτων.
  • Μείωση του αισθήματος κόπωσης και αύξηση των επιπέδων ενέργειας.
  • Βελτίωση της διάθεσης και μείωση των έντονων συναισθηματικών μεταπτώσεων, λόγω της κακής λειτουργίας του αδένα.
  • Μείωση του κινδύνου βλάβης σε άλλα όργανα και εκδήλωσης επιπρόσθετου αυτοάνοσου νοσήματος.
  • Βελτίωση του μεταβολισμού και επίτευξη φυσιολογικού σωματικού βάρους.
  • Βελτίωση της ανταπόκρισης στη φαρμακευτική αγωγή.

Συνήθως απαιτούνται 6-8 μήνες για την επίτευξη μιας σημαντικής αλλαγής, ένα έτος για να σταθεροποιηθεί ο οργανισμός σε ένα καλύτερο επίπεδο λειτουργίας και δύο χρόνια για την επίτευξη των βέλτιστων αποτελεσμάτων.

Καθώς διορθώνονται οι αποκλίσεις από την ιδανική κατάσταση λειτουργίας, το σώμα ενεργοποιεί και πάλι τις φυσιολογικές μεταβολικές διεργασίες και εμφανίζει διαφορετικές ανάγκες.

Αλλαγές προκύπτουν ταυτόχρονα σε πολλαπλά μεταβολικά μονοπάτια του οργανισμού με την έναρξη της αγωγής. Αυτές, είναι ζωτικής σημασίας να εντοπιστούν και να διαχειριστούν κατάλληλα, ώστε να συνεχιστεί η διαδικασία αποκατάστασης. Σε διαφορετική περίπτωση, οι διαδικασίες αποκατάστασης του οργανισμού δεν προχωρούν, καθυστερώντας σημαντικά τη βελτίωση της υγείας.  

Μέσα από την κλινική μας εμπειρία έχουμε διαπιστώσει ότι η διόρθωση ελλείψεων του οργανισμού σε βιταμίνες και άλλα στοιχεία, η αποκατάσταση του μεταβολισμού και η ρύθμιση του βάρους σε φυσιολογικά επίπεδα, αλλάζουν ριζικά την πορεία της νόσου του Hashimoto προς το καλύτερο και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των ασθενών, από μια εικόνα σταθερής επιδείνωσης, σε μια σταθερής βελτίωσης.

Source