Έξι χρόνια μετά την εθνική τραγωδία, τρεις από τους τραυματίες της πυρκαγιάς μίλησαν για την παρατεταμένη νοσηλεία τους, τον αφόρητο πόνο και το συναισθηματικό και οικονομικό τίμημα της καθοριστικής περιπέτειας που βίωσαν.
Η πυρκαγιά στο Ματι γέννησε το Εθνικό Μητρώο Εγκαυμάτων, το οποίο οργανώνει τις ανάγκες των εγκαυματιών σε κάθε στάδιο και συνεργάζεται με το Υπουργείο Υγείας για να διασφαλίσει την κάλυψη των βασικών δαπανών από τον ΕΟΠΥΥ.
Δύο εθελοντές, κάτοικοι του Ματιού, η Μαρίνα Καρύδα και ο Αλέξανδρος Ανδρονόπουλος, ίδρυσαν τη SALVIA, μια οργάνωση αφιερωμένη στην επούλωση των πληγών των επιζώντων. «SALVIA, το φυτό της φωτιάς», λέει η Μαρίνα που έχει αφιερώσει ένα βιβλίο με τίτλο «ΜΑΤΙ, 23 Ιουλίου 2018» στην τραγωδία που έζησε η χώρα μας.
Το εθνικό μητρώο περιλαμβάνει εγκαυματίες που τραυματίστηκαν σε δασικές πυρκαγιές και οικιακά ατυχήματα πριν και μετά το ΜΑΤΙ. Μια ομάδα γιατρών, πλαστικών και εμπειρογνωμόνων σε θέματα μολυσματικών ασθενειών έχει συσταθεί τώρα για να εκπονήσει ένα «Εθνικό Σχέδιο Δράσης Αντιμετώπισης Εγκαυμάτων». «Η χώρα αφουγκράζεται τις ανάγκες των εγκαυματιών και τα κενά που υπάρχουν και προσπαθεί να τα καλύψει», λέει η Μαρίνα Καρύδα.
Σύμφωνα με στοιχεία της Salvia, περίπου 4.000 άνθρωποι στη χώρα υφίστανται εγκαύματα κάθε χρόνο, εκ των οποίων οι 800 χρειάζονται νοσηλεία. Όσοι έχουν υποστεί εγκαύματα απέχουν ακόμη πολύ από το να αναζητήσουν πρόσθετη κάλυψη, φυσιοθεραπεία, συνεδρίες με ψυχολόγο και τη δυνατότητα να διεκδικήσουν χειρουργική επέμβαση.
Ζωές που άλλαξαν για πάντα
Την ημέρα της πυρκαγιάς στο Μάτι, η Μαριάνθη Χανδρινού έτρεξε με τη μητέρα της να βρει διέξοδο στη θάλασσα. Έφτασαν στην παραλία και έμειναν εκεί για ώρες, καλώντας επανειλημμένως την ακτοφυλακή για βοήθεια. Το Μάτι γέμισε με καπνό και το θερμικό φορτίο έκαψε τα σώματά τους.
Η Μαριάνθη, 17 ετών τότε, υπέστη εγκαύματα στο 15% του σώματός της και νοσηλεύτηκε για δυόμισι μήνες στο νοσοκομείο. Η μητέρα της, Μαρία, υπέστη εγκαύματα στο 25% του σώματός της.
Η Μαριάνθη γιόρτασε την ενηλικίωση και τα γενέθλιά της στο νοσοκομείο. Μόλις είχε λάβει τα αποτελέσματα των Πανελλαδικών εξετάσεων. Οι συνομήλικοί της μιλούσαν για τις πρώτες τους διακοπές στην ενήλικη ζωή, ενώ την ίδια στιγμή εκείνη περίμενε να πάρει εξιτήριο. Τώρα εργάζεται ως επισκέπτρια υγείας. «Ηταν δυόμισι δύσκολοι μήνες. Μεταμοσχεύσεις… μεταγγίσεις αίματος…» θυμάται.
«Τώρα δεν βλέπουν τα εγκαύματα, βλέπουν εμένα».
«Η εμπειρία μου με έκανε να μπορώ να αντιλαμβάνομαι τον πόνο των ανθρώπων και να δίνω στους ασθενείς μου αυτό που έχουν ανάγκη, την κατανόηση» λέει.
Τώρα, 23 ετών, αγαπά τον εαυτό της και το σώμα της. Επειδή, λέει, αν δεν αγαπάς πρώτα τον εαυτό σου, δεν μπορείς να περιμένεις να σε αγαπήσει κανένας άλλος. Δεν ήταν πάντα εύκολο. Το να ξεπερνάει κάποιος τα αδιάκριτα βλέμματα και τις διερευνητικές ερωτήσεις δεν είναι πάντα εύκολο…
Θυμάται τον πρώτο καιρό. «Με κοιτούσαν επίμονα… «Είμαι εγκαυματίας από το Μάτι». Αυτό είναι το μόνο που έλεγε. «Οι άνθρωποι που με καταλάβαιναν με καταλάβαιναν. Τώρα δεν βλέπουν τα εγκαύματα, βλέπουν εμένα. Γιατί τους ‘δείχνω’ πού πρέπει να κοιτάξουν», λέει με αυτοπεποίθηση.
«Αυτός ήταν ο λόγος που σηκώθηκα…».
«Το πρώτο χαστούκι ήταν όταν προσπάθησα να σηκωθώ όρθιος. Έπρεπε να ξεκινήσω να μαθαίνω να περπατάω από την αρχή» λέει ο εγκαυματίας Δημήτρης Φιλίππης. Νοσηλεύτηκε στο νοσοκομείο για τέσσερις μήνες. Δυόμισι μήνες στην εντατική και ενάμισι μήνα υπό πλήρη καταστολή.
Τα πλάνα της 23ης Ιουλίου είναι ακόμα νωπά στο μυαλό του. «Γκρέμισα την πόρτα με το αυτοκίνητο αλλά κόλλησε στο ρέμα. Μια ριπή αέρα μού έκαψε τα πνευμόνια και τα χέρια. Στη μηχανή έκαψα τα πόδια μου. Εκαψα και το χέρι μου, όταν στην προσπάθειά μου να σηκωθώ όρθιος έπιασα μια κολόνα», διηγείται. «Ο Κωνσταντίνος ο γιος μου και η μητέρα του ήταν οι σκέψεις μου. Αυτός ήταν και ο λόγος που σηκώθηκα…».
Ο Δημήτρης έφτιαχνε μπρούντζινες κατασκευές, φωτιστικά και έπιπλα. Ωστόσο, έχασε το χέρι του και δεν μπόρεσε να επιστρέψει στη δουλειά του. Η ζωή της οικογένειάς του άλλαξε για πάντα. ‘Όταν πέρασε από την επιτροπή, το χέρι του χαρακτηρίστηκε ακρωτηριασμένο. «Βέβαια όταν πήρα το χαρτί δεν ήταν πια ακρωτηριασμένο, ήταν αγκυλωμένο», λέει απογοητευμένος.

