Το καινοφανές και το κενόδοξο της σύγχρονης εποχής. Μια ψύχραιμη αποτίμηση της επικαιρότητας που προηγήθηκε και χάθηκε μες στην σκόνη του αδυσώπητου Χρόνου.
By Alessandra Bratti
Τις μέρες που διανύουμε το μόνο που είναι βέβαιο είναι ότι η θεματική που απασχολεί την επικαιρότητα των ΜΜΕ και των ΜΚΔ εναλλάσσεται υπέρ-ταχέως και η ζέση με την οποία φουντώνει ο δημόσιος διάλογος πολύ γρήγορα μετατρέπεται σε μια συλλογική λησμοσύνη.
Κάπως έτσι, τα δύο μεγάλα θέματα των προηγούμενων μηνών: Α) Ο θάνατος του Αλαίν Ντελόν και όλα τα παρελκόμενα αυτού, αλλά και Β) η μεγαλειώδης σε προσέλευση και φανατισμό συναυλία της Άννας Βίσση στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο, αποτελούν πλέον για πάνδημη την ελληνική κοινωνία χθεσινά νέα.
Αυτό και μόνο με βάζει στην πολύ ευχάριστη για μένα θέση να μπορώ να προβώ σε μία κριτική και διαλεκτική αποτίμηση των δύο γεγονότων αλλά και του ορυμαγδού που προκάλεσαν με την εκρηκτική τους εισδοχή στο κοινωνικό φαντασιακό (λέγε με Κορνήλιο Καστοριάδη).
Ας τα πάρουμε τα δύο σημαινόμενα με χρονολογική σειρά και ας διαπλέξουμε την κάθε ξεχωριστή οντότητα για τον δημόσιο βίο σε μια διαλεκτική σύνθεση στο χωροχρονικό α-συνεχές.
Ο θάνατος του Αλαίν Ντελόν ήρθε πρώτος να ταράξει τα λιμνάζοντα νερά του κοινωνικού ενδιαφέροντος. Ο ίδιος ο παγκοσμίου εμβέλειας super star, όντας πλέον υπέργηρος, αδύναμος και καταβεβλημένος από την φθορά του πανδαμάτορα Χρόνου προσπάθησε τεχνηέντως να μας χρυσώσει το χάπι. Έχοντας δεχτεί ο ψυχισμός του ένα κολοσσιαίο ναρκισσιστικό πλήγμα λόγω της προχωρημένης του ηλικίας, απότοκο της οποίας ήταν το επιφαινόμενο μιας καταθλιπτικής διάθεσης προέβη σε δηλώσεις μεταμέλειας για το γεγονός ότι ο κακομοίρης αναγκάστηκε να παίξει το νέο και ωραίο ή αλλιώς τον ζεν πρεμιέ χωρίς ποτέ ο ίδιος ουσιαστικά να θέλει κάτι τέτοιο. Επειδή όμως ο Ζαν Πολ Σαρτρ μας έχει επισημάνει ήδη εδώ και πολλά χρόνια το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΕΠΙΛΟΓΕΣ ΤΟΥ, ο θανών δεν μας εξήγησε ποτέ ποιος του έβαλε το μαχαίρι στον λαιμό και τον εξανάγκασε να παίξει τους ρόλους που έπαιξε και να έχει την δημόσια εικόνα που είχε. Καταφανώς, κανείς πέραν του ίδιου του Αλαίν που έκατσε πάνω στις δάφνες της εξωτερικής του ομορφιάς και της ματαιοδοξίας που συνόδευσε αυτήν την κατά γενική ομολογία άκρως εντυπωσιακή εμφάνιση. Όταν δε αυτή παρήλθε συν τω χρόνω, το ναρκισσιστικό πλήγμα που δέχθηκε η ψυχοσύνθεση του ήταν τέτοιο ώστε πάλι να μην παραδεχθεί την ευθύνη των ως τότε επιλογών του αλλά να βολευτεί να παρουσιαστεί ως θύμα δέσμιο μιας ακατανίκητης ομορφιάς.
Κλείνοντας την πρώτη θεματική του δημόσιου διαλόγου περνάμε στην κυρία Άννα Βίσση, η οποία κατάφερε να συγκεντρώσει πάνω από 65.000 ανθρώπους σε ένα κατάμεστο Καλλιμάρμαρο και στα 67 έτη της ηλικίας της να τους παρέχει ένα κατά το μάλλον ή το ήττον υπερθέαμα. Η συναυλία αυτή πυροδότησε κυρίως τα ΜΚΔ να βάλλουν είτε υπέρ είτε κατά της καλλιτέχνιδας. Η ίδια, έχοντας διαγράψει μια λαμπρή πορεία στο εγχώριο και όχι μόνο μουσικό στερέωμα ξεκινώντας την ένδοξη καριέρα της από τα ευαίσθητα 17 της, δεν λέει με κανέναν τρόπο να αποδεχθεί αυτό που όλοι εμείς οι κοινή θνητοί έχουμε σαν φυσική γνώση ότι όσο μεγαλώνουμε, κατεβάζουμε ρυθμούς και τόνους. Έτσι η κυρία Βίσση επέλεξε και εκείνη με την σειρά της να μας παρουσιάσει ένα φαντασμαγορικό show που κατά την ταπεινή μου άποψη ήρθε να επιβεβαιώσει την Κενότητα της Εποχής που ζούμε. Θεωρώ δε ότι δικαιώνομαι για το ως άνω συμπέρασμα από την ευκολία και την ταχύτητα με την οποία η συναυλία αυτή ξεχάστηκε και βρήκε την θέση της στα κατάστιχα της Λήθης – συλλογικής και ατομικής.
Καταληκτικά, θα μπορούσα να προβώ στον ισχυρισμό ότι και τα δύο συμβάντα είναι ευθέως ανάλογα της ματαιοδοξίας, του φαίνεσθαι και του θεαθήναι που χαρακτηρίζουν την σύγχρονη εποχή και το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα.
